Ποτάμια, Υγρότοποι και Θερμαϊκός Κόλπος

Οι ποταμοί Αξιός, Λουδίας και Αλιάκμονας αρδεύουν τη δεύτερη μεγαλύτερη -μετά το Θεσσαλικό κάμπο- πεδιάδα της Ελλάδας. Επίσης σχηματίζουν το μεγαλύτερο σε έκταση δελταϊκό οικοσύστημα της Ελλάδας.

Αλιάκμονας Ποταμός

Ο Αλιάκμονας είναι ο μεγαλύτερος σε μήκος ποταμός της χώρας μας και διατρέχει μία διαδρομή περίπου 350 χλμ. από τις πηγές του στον Γράμμο και το Βόϊο ως την εκβολή του στον Θερμαϊκό. Η μέση παροχή του είναι 97 κυβικά μέτρα/δευτερόλεπτο. Η ροή του ρυθμίζεται από μία τεχνητή λίμνη που δημιουργείται από ρυθμιστικό φράγμα το οποίο δέχεται τα νερά από τρία υδροηλεκτρικά φράγματα που βρίσκονται ανάντι: φράγμα Πολυφύτου (1974), Σφηκιάς (1975) και Ασωμάτων (1985). Στον Αλιάκμονα εκβάλλει και η Τάφρος 66 μήκους 35 χλμ. Η τάφρος 66 σχεδιάστηκε για να δέχεται μέρος από τα νερά που προέρχονται από το αποστραγγιστικό δίκτυο της πρώην λίμνης Γιαννιτσών.

Αξιός Ποταμός

Ο Αξιός είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος σε μήκος ποταμός της Ελλάδας με συνολικό μήκος 320 χλμ., από τα οποία 76 χλμ. είναι σε ελληνικό έδαφος. Πηγάζει από την Π.Γ.Δ.Μ., αλλά και από το όρος Βαρνούντα στον νομό Φλώρινας, και εκβάλλει στον Θερμαϊκό κόλπο. Στη λεκάνη απορροής του περιλαμβάνονται ολόκληρη η ΠΓΔΜ, μικρό μέρος της δυτικής Βουλγαρίας, μικρό μέρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και στην Ελλάδα οι νομοί Φλώρινας, Κιλκίς, Πέλλας και Θεσσαλονίκης. Το 95% της λεκάνης απορροής του βρίσκεται στην ΠΓΔΜ. Η μέση παροχή του είναι 165 κυβικά μέτρα/δευτερόλεπτο.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η εκβολή του Αξιού ήταν λίγα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Θεσσαλονίκης απειλώντας με αποκοπή τη θαλάσσια πρόσβαση στο λιμάνι λόγω της συνεχούς απόθεσης φερτών στον Θερμαϊκό. Η κοίτη του ποταμού μετατοπίστηκε με τεχνικά έργα στη θέση που βρίσκεται σήμερα.

Τα έργα ξεκίνησαν το 1930 και ολοκληρώθηκαν το 1934. Από τότε το δέλτα του ποταμού εξελίχθηκε γρήγορα δημιουργώντας μία εκτεταμένη δελταϊκή πεδιάδα. Όμως, πρόσφατες μετρήσεις δείχνουν ότι η μείωση της υδατοπαροχής και στεροεπαροχής του έχουν ως αποτέλεσμα την διάβρωση του δέλτα κατά τα τελευταία 30 χρόνια (Karageorgis et al 2005). 

Κατά μήκος της κοίτης του Αξιού υπάρχουν μέχρι στιγμής 13 φράγματα από τα οποία τα δώδεκα είναι σε παραπόταμούς του στην Π.Γ.Δ.Μ. (Poulos et. al. 2000).

Λουδίας Ποταμός και Λίμνη των Γιαννιτσών

Ο ποταμός Λουδίας έχει συνολικό μήκος 39 χλμ. και μέση παροχή 20 κυβικά μέτρα/δευτερόλεπτο. Αποτελεί ουσιαστικά ένα τεχνητό κανάλι που διανοίχτηκε την δεκαετία του '30 όταν έγιναν τα έργα αποξήρανσης της Λίμνης των Γιαννιτσών (ή λίμνη Λουδία όπως ονομαζόταν). 

Έως το 500 μ.Χ. περίπου είχε πλέον σχηματιστεί οριστικά η Λίμνη του Λουδία, καθώς το Δέλτα του Αξιού είχε ενοποιηθεί με το Δέλτα του Αλιάκμονα. Η Λίμνη του Λουδία ήταν αρχικά υφάλμυρη αλλά με την πάροδο των αιώνων μετατράπηκε σε έλος γλυκού νερού καθώς δεχόταν τα νερά από τους ποταμούς που στράγγιζαν το ορεινό τόξο της Πέλλας (Βόρας, Τζένα, Πίνοβο, Πάϊκο) και το βόρειο Βέρμιο.

Οι διαδρομές που ακολούθησαν τα ποτάμια Αξιός, Αλιάκμονας και Λουδίας στην ιστορία τους δεν είναι ακριβώς γνωστές παρά μόνο από αποσπασματικές αναφορές ιστορικών πηγών. Για παράδειγμα ο Στράβων (64 π.Χ. έως 19 μ.Χ.) αναφέρει ότι ένας παραπόταμος του Αξιού εκβάλλει στην Λίμνη Λουδία, ενώ πολύ παλαιότερα ο Ηρόδοτος (484 – 410 π.Χ.) αναφέρει ότι ο ποταμός Λουδίας και ο ποταμός Αλιάκμονας ήταν ενωμένοι αρκετά πριν την εκβολή τους στη θάλασσα. 

Στα μέσα του 19ου αιώνα ο Λουδίας ήταν συμβάλλων ποταμός του Αξιού. Η Λίμνη Λουδία που αργότερα ονομάστηκε Λίμνη των Γιαννιτσών (και αποτέλεσε το «σκηνικό» για το περίφημο βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα “Τα Μυστικά του Βάλτου”) κάλυπτε στις αρχές του 20 αιώνα μία έκταση 25 – 30 τ. χλμ. τους καλοκαιρινούς μήνες. Τον χειμώνα η έκταση της λίμνης έφτανε τα 220 τ. χλμ., ενώ σε ιδιαίτερα βροχερές χρονιές μπορεί να έφτανε και τα 350 τ. χλμ. Η λίμνη υπήρχε μέχρι και το 1933, όταν ξεκίνησαν τα έργα αποξήρανσης στο πλαίσιο των γενικότερων έργων αποξήρανσης στην πεδιάδα της Θεσσαλονίκης. 

Σήμερα ο Λουδίας δεν είναι πια ένα φυσικό ποτάμι αλλά ένα αποστραγγιστικό κανάλι που σκοπό έχει να μεταφέρει τα νερά από το αποστραγγιστικό δίκτυο της πρώην Λίμνης Γιαννιτσών στον Θερμαϊκό.

  Γαλλικός Αξιός Λουδίας Αλιάκμονας
Μήκος
(χλμ)
 
65 320 (76 σε ελληνικό έδαφος) 39 350

Λεκάνη απορροής

(km2)

1022 24000 (1614 σε ελληνικό έδαφος) 1409 21200
Μέση ετήσια παροχή (m3/s) 39,5 158 23 73
Ελάχιστη ετήσια παροχή (m3/s)   49   21
Μέγιστη ετήσια παροχή (m3/s)   279   137



Πηγές: ΑΝΕΘ – ΟΡΘΕ 2002, Poulos et.al. 2000.

Αλυκή Κίτρους

Η λιμνοθάλασσα της Αλυκής Κίτρους έχει έκταση 3.52 0 στρέμματα, μέγιστο βάθος 1,5 μ. και είναι σχεδόν αποκομμένη από την θάλασσας καθώς το θαλασσινό νερό μπαίνει από ένα πολύ μικρό κανάλι πλάτους 4 μ., στο οποίο η ροή του θαλασσινού νερού ελέγχεται από ένα μικρό θυρόφραγμα.

Η λιμνοθάλασσα χρησιμοποιείται για την αποθήκευση θαλασσινού νερού προς χρήση από τις αλυκές. Η στάθμη και η αλατότητα του νερού εξαρτάται από την άμπωτη και την παλίρροια, αλλά και από τη λειτουργία των αντλιοστασίων, τη βροχόπτωση και την εξάτμιση (Hailey and Goutner 2002) 

Εδώ διακρίνονται τέσσερα διαφορετικά ενδιαιτήματα: 

1. η ελεύθερη επιφάνεια νερού που καλύπτει περίπου 1.590 στρέμματα, με βάθος περίπου 50 εκατοστά και νησίδες σε έκταση μικρότερη από 1 εκτάριο (δυτική πλευρά) 

2. οι αλυκές, με έκταση 2.540 στρέμματα, οι οποίες καλύπτονται από νερό. Το μεγαλύτερο μέρος τους είναι στη νότια πλευρά και χρησιμοποιείται για τη σταδιακή συγκέντρωση του θαλασσινού νερού. Η υπόλοιπη έκταση στο βόρειο τμήμα της αλυκής χρησιμοποιείται για την κρυσταλλοποίηση του αλατιού. Στην περιοχή αυτή υπάρχουν αντλιοστάσια που αντλούν γλυκό νερό και το διοχετεύουν στα αποστραγγιστικά κανάλια που καταλήγουν στο κεντρικό αποστραγγιστικό κανάλι, το οποίο χύνεται στη θάλασσα. 

3. οι αλμυρόβαλτοι, έκτασης περίπου 1.700 στρεμμάτων στη νότια και νοτιοδυτική πλευρά της λιμνοθάλασσας, όπου κυριαρχεί η αλοφυτική βλάστηση από Arthrocnemum fructicosum, A. glaucum, Halocnemum strobilaceum, Salicornia europaea, Halimione portulacoides και Limonium spp. 

4. οι παράκτιοι θαμνότοποι έκτασης περίπου 1.650 στρεμμάτων, που χαρακτηρίζονται από αμμώδες υπόστρωμα πάνω στο οποίο υπάρχει πλούσια θαμνώδης και άλλη βλάστηση, ενώ κατά μήκος της ακτής υπάρχουν αμμοθίνες.

Λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου

Η περίπτωση της λιμνοθάλασσας Καλοχωρίου είναι μοναδική στην Ελλάδα, καθώς πρόκειται για έναν «νέο» υγρότοπο που δημιουργήθηκε σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, ως αποτέλεσμα της καθίζησης του εδάφους που προκλήθηκε από την υπεράντληση νερών από τους υπόγειους υδροφορείς σε συνδυασμό με τη χαλαρή σύσταση του εδάφους (Anastasiadis et al 2004). 

Πριν την εκτροπή του ποταμού Αξιού, το 1934, η περιοχή καλύπτονταν από εκτεταμένα έλη. Την περίοδο 1955 – 1980 η Εταιρεία Ύδρευσης Θεσσαλονίκης έκανε πολλές γεωτρήσεις στην περιοχή του Γαλλικού ποταμού για την υδροδότηση της πόλης της Θεσσαλονίκης, ενώ το ίδιο διάστημα έγιναν πολλές ακόμη γεωτρήσεις από ιδιώτες.

Αποτέλεσμα ήταν ο υπόγειος υδροφόρος ορίζοντας της περιοχής να πέσει κατά 36 μέτρα από το 1976 (ΕΚΒΥ & ΟΡΘ 2004, Anastasiadis et.al. 2004). Επιπλέον η καθίζηση του εδάφους στο Καλοχώρι ήταν περίπου 1,20 μέτρα μεταξύ 1965 – 1975, ενώ στην δεκαετία του ’90 έφτασε τα 2,5 μέτρα. Για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης πλημμύρας του Καλοχωρίου κατασκευάστηκαν το 1976 παράκτιο ανάχωμα, αποστραγγιστική τάφρος και αντλιοστάσιο. 

Σήμερα η λιμνοθάλασσα καλύπτει μία έκταση 2.260 στρεμμάτων. Ο πυθμένας της λιμνοθάλασσας βρίσκεται 0,5 – 1 μέτρο κάτω από τη θάλασσα. Παρά την γενική υποβάθμιση της λιμνοθάλασσας λόγω ξηρασίας, σκουπιδιών και αποβλήτων, παραμένει μία από τις πιο σημαντικές περιοχές μέσα στην προστατευόμενη περιοχή λόγω του μεγάλου αριθμού παρυδάτιων πουλιών που μπορεί να παρατηρήσει κανείς εκεί όλες τις εποχές.

Το φαινόμενο της καθίζησης είναι ορατό και στην εκβολή του Γαλλικού ποταμού, όπου μπορεί κανείς να δει τους τηλεφωνικούς στύλους μέσα στη λιμνοθάλασσα, εκεί που άλλοτε ήταν βοσκότοπος.

Θερμαϊκός - Γενικά Στοιχεία

Ο Θερμαϊκός κόλπος είναι ένας κλειστός, σχετικά ρηχός κόλπος του βορειοδυτικού Αιγαίου. Χαρακτηρίζεται από ομαλό πυθμένα με χαμηλές κλίσεις και βάθη από 2 έως 200 μ. το μέγιστο, στη νότια πλευρά του. Η συσσώρευση φερτών υλικών από τα τρία μεγάλα ποτάμια που εκβάλλουν εδώ έχει διαμορφώσει τον πυθμένα αλλά και την μορφολογία της δυτικής και βόρειας ακτογραμμής (Karageorgis et.al. 2005). 

Ο Θερμαϊκός Κόλπος δέχεται γλυκό νερό από τα τρία μεγάλα ποτάμια (Αξιός, Λουδίας, Αλιάκμονας), τα οποία εκτιμάται ότι όλα μαζί αποστραγγίζουν έκταση περίπου 35.000.000 στρεμμάτων. Η μέση ετήσια παροχή γλυκού νερού που δεχόταν ο Θερμαϊκός ήταν, σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, 276 κυβικά μέτρα το δευτερόλεπτο όμως οι πιο πρόσφατες μετρήσεις αποκαλύπτουν μία δραματική μείωση της ποσότητας γλυκών νερών που δέχεται ο κόλπος, που υπολογίζεται πια ότι είναι περίπου 130 κυβικά μέτρα το δευτερόλεπτο. 

Αντίστοιχη είναι και η μείωση της ποσότητας φερτών υλών που αποτίθενται στο Θερμαϊκό, οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας για το οικοσύστημά του. Μετά τη διευθέτηση των ποταμών Αξιού και Αλιάκμονα στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, παρατηρήθηκε αυξημένη παροχή φερτών λόγω και της αυξημένης ταχύτητας του νερού και διάβρωσης των πρανών.

Μετά την κατασκευή των φραγμάτων του Αλιάκμονα το σύνολο σχεδόν των φερτών υλών παρακρατείται, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση της δελταϊκής εξέλιξης, την υφαλμύρωση εδαφών και των υπόγειων νερών, την εισχώρηση θαλασσινού νερού (ιδίως κατά την παλίρροια, αστρονομική και μετεωρολογική) και την γενικότερη υποβάθμιση των υγροτόπων. 

Οι ανθρώπινες δραστηριότητες επιδρούν σημαντικά στο παράκτιο οικοσύστημα του Θερμαϊκού και στην φυσική εξέλιξή του. Η κατασκευή φραγμάτων στα κύρια ποτάμια έχει μειώσει δραματικά την παροχή νερού και φερτών υλών, με αποτέλεσμα την υποχώρηση των δελταϊκών σχηματισμών των ποταμών, λόγω διάβρωσης από τη θάλασσα, και την υφαλμύρωση των υπόγειων υδροφορέων (Poulos et.al. 2000).

Ιστορία του Θερμαϊκού Κόλπου

Πριν από περίπου 24.000 χρόνια η περιοχή του Θερμαϊκού κόλπου ήταν στεριά και η στάθμη της θάλασσας ήταν στη σημερινή ισοβαθή των 120 – 150 μ., δηλαδή περίπου εκεί που βρίσκεται σήμερα το Ποσείδι στην Χαλκιδική και το Κόκκινο Νερό, νότια από τις εκβολές του Πηνειού. Το βύθισμα του Θερμαϊκού κόλπου ήταν ξηρά την οποία αποστράγγιζαν οι ποταμοί Αξιός, Γαλλικός, Αλιάκμονας και Μογλενίτσας στην Αλμωπία (Ghilardi et.al. 2007). 

Πριν 18.000 χρόνια, με την τήξη των παγετώνων του Ολόκαινου, το δεσμευμένο σε αυτούς νερό επέστρεψε στην θάλασσα. Άρχισε τότε η ανύψωση της στάθμης της θάλασσας, η οποία εισχώρησε προς τα βόρεια κατακλύζοντας το βύθισμα του Θερμαϊκού και όλη την πεδινή περιοχή της λεκάνης Θεσσαλονίκης - Γιαννιτσών μέχρι βορειότερα στις παρυφές των ορεινών όγκων. Ιστορικά στοιχεία από τον 5ο π.Χ. αιώνα δείχνουν την ταχύτατη εξέλιξη του δελταϊκού συστήματος των τεσσάρων ποταμών. Εκείνη την εποχή οι πόλεις Σκύδρα και Πέλλα ήταν παραθαλάσσιες, ενώ σήμερα η Πέλλα απέχει περίπου 30 χλμ. από την ακτή του Θερμαϊκού (Poulos et. al. 2005, Ghilardi et.al. 2007). 

Οι εκβολές των ποταμών μετατοπίστηκαν σημαντικά και στις νέες εκβολές άρχισε η ταχύτατη απόθεση φερτών υλών. Ο Αξιός και ο Γαλλικός σχημάτισαν ένα εκτεταμένο Δέλτα μεταξύ Θεσσαλονίκης και Γιαννιτσών με τάση διχοτόμησης του βόρειου τομέα του θαλάσσιου κόλπου. 

Σε διάστημα μερικών εκατοντάδων ετών τα δέλτα των ποταμών Αξιού, Γαλλικού και Αλιάκμονα ενώθηκαν δημιουργώντας μια νέα ξηρά που διχοτόμησε τον κόλπο της Θεσσαλονίκης. Το εσωτερικό τμήμα μετατράπηκε αρχικά σε λιμνοθάλασσα με υφάλμυρο νερό και αργότερα, όταν αποκόπηκε πλήρως από τον Θερμαϊκό, μετατράπηκε σε έλος. Ιστορικά στοιχεία μαρτυρούν ότι η παραθαλάσσια Πέλλα είχε αποκοπεί από την ακτή ήδη από τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Σταδιακά δημιουργήθηκε η προσχωσιγενής λίμνη των Γιαννιτσών ή λίμνη Λουδία. Αργότερα η λίμνη αυτή μετατράπηκε σε τέναγος με τάσεις αποστράγγισης στον Θερμαϊκό κόλπο. Παράλληλα, οι ποταμοί αναγκαστικά διάνοιξαν νέες κοίτες ροής. 

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η λίμνη των Γιαννιτσών ή λίμνη Λουδία αποξηράνθηκε και αποδόθηκε στην γεωργία. Τότε διανοίχτηκε κι ένα τεχνητό ουσιαστικά κανάλι που μεταφέρει τα νερά στον Θερμαϊκό και αυτό είναι ο σημερινός ποταμός Λουδίας. Παράλληλα ο ποταμός Μογλενίτσας εκτράπηκε και πέφτει πια μέσα στην κοίτη του Αλιάκμονα.
Η διαρκής μετατόπιση της κοίτης των ποταμών, οι αλλαγές στα μέτωπα των δελταϊκών σχηματισμών και ο χειμαρρικός χαρακτήρας ροής τους, είχαν πια δημιουργήσει στον 20ο αιώνα, μία νέα εκτεταμένη εύφορη πεδιάδα και το μεγαλύτερο δελταϊκό σχηματισμό της χώρας (Ghilardi et.al. 2007). 

Στα τελευταία 150 χρόνια εκτιμάται ότι η δελταϊκή πεδιάδα του Αξιού έχει εισχωρήσει στη θάλασσα κατά περίπου 175.000 στρέμματα, ενώ του Αλιάκμονα κατά περίπου 140.000 στρέμματα. Αυτό σημαίνει μία μέση ετήσια πρόσχωση της τάξης τους 1,3 και 1 χλμ. αντίστοιχα. Η δελταϊκή αυτή εξέλιξη είναι αποτέλεσμα των υψηλών στερεοπαροχών των δύο ποταμών, που οφείλονται στις μεγάλες κλίσεις και υψόμετρα που επικρατούν στις λεκάνες απορροής τους, στην γεωλογία της περιοχής που αποτελείται από ευδιάβρωτα υλικά, καθώς και στις κλιματικές συνθήκες (Poulos et. al. 2005). 

Τα τελευταία πενήντα χρόνια η μείωση της υδατοπαροχής και της στερεοπαροχής όλων των ποταμών είχε ως αποτέλεσμα την ανακοπή της δελταϊκής εξέλιξης. Το φαινόμενο αυτό είναι περισσότερο αισθητό στις παλιές εκβολές του Αξιού (παλιομάννες) και του Γαλλικού, όπου μία περιοχή έκτασης περίπου 90 τ. χλμ. έχει υποστεί καθίζηση (Poulos et. al. 2005).