Στη διαδρομή από Καλοχώρι προς Χαλάστρα, παραλιακά και μέχρι τον Φάρο του Αξιού, η ομορφιά του τοπίου δηλητηριάζεται από πολυάριθμες παράγκες και αυθαίρετα μικρά κτίσματα, πολλά από τα οποία είναι εγκαταλελειμμένα εδώ και χρόνια, ενώ άλλα χρησιμοποιούνται περιστασιακά. Μία παρόμοια εικόνα αντικρίζει κανείς σε μικρότερο βαθμό και στην εκβολή του ποταμού Λουδία, αλλά και σε άλλα σημεία μέσα στην προστατευόμενη περιοχή.
Οικιστική πίεση υπάρχει και σε ένα μικρό κομμάτι του Εθνικού Πάρκου στην περιοχή του Δήμου Κορινού (κοντά στις Αλυκές Κίτρους), για την οικοδόμηση εξοχικών κατοικιών στην παράκτια ζώνη. Η δημιουργία κατοικιών θα προκαλούσε καταστροφή προστατευόμενων τύπων οικοτόπων, καθώς και του πανέμορφου παράκτιου τοπίου των Αλυκών.
Τέλος, η εγγύτητα της προστατευόμενης περιοχής με το πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της αξίας της γης και οδηγεί σε αύξηση των προσδοκιών για ανάπτυξη. Ιδιαίτερα δε, η γειτνίαση του Εθνικού Πάρκου με τη βιομηχανική περιοχής της Σίνδου και του Καλοχωρίου έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της πίεσης για την ανάπτυξη κέντρων μεταφορών και διαμετακόμισης εμπορευμάτων εντός των ορίων του, κατά μήκος του κύριου οδικού άξονα εθνικής οδού Θεσσαλονίκης – Αθηνών.
Στόχος του φορέα του Φορέα Διαχείρισης είναι να διατηρηθεί ο χαρακτήρας της Γ’ Ζώνης ως αγροτική ζώνη υψηλής παραγωγικότητας. Η έντονη δόμηση και δημιουργία εμπορικών – διαμετακομιστικών υποδομών εντός του Εθνικού Πάρκου θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση σημαντικών βιοτόπων και την πρόκληση όχλησης στο οικοσύστημα.